fbpx

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Η νέα διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου είναι ταχύτερη και δεν λαμβάνει χώρα ενώπιων των Δικαστηρίων, αλλά ενώπιον συμβολαιογράφου και ολοκληρώνεται σε λίγες μόνο μέρες. Η διαδικασία περιλαμβάνει τα ακόλουθα βήματα:

 

  1. Οι σύζυγοι απευθύνονται στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους (καθένας οφείλει να απευθύνεται σε δικό του πληρεξούσιο δικηγόρο, καθώς ο νέος νόμος δεν παρέχει τη δυνατότητα εκπροσώπησης αμφότερων των συζύγων από τον ίδιο δικηγόρο), οι οποίοι συντάσσουν αρχικά το ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι σύζυγοι δηλώνουν την επιθυμία τους για τη λύση του γάμου ενώ, εάν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, παράλληλα ρυθμίζουν τα ζητήματα επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας με αυτά, με υποχρεωτική ισχύ του συμφωνηθέντος περιεχομένου για δύο (2) έτη τουλάχιστον.
  2. Στη συνέχεια οι σύζυγοι υπογράφουν το ιδιωτικό συμφωνητικό ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη, η οποία δίδει βεβαίωση ως προς το γνήσιο της υπογραφής των συζύγων. Υπάρχει η δυνατότητα το ιδιωτικό συμφωνητικό να υπογραφεί από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των συζύγων, εφόσον τους έχει δοθεί προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα με τη σύνταξη ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ενώπιον Συμβολαιογράφου, εντός μηνός πριν την υπογραφή του συμφωνητικού.
  3. Με την πάροδο δέκα (10) ημερών από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού, οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους υποβάλλουν το ιδιωτικό συμφωνητικό ενώπιον του επιλεχθέντος Συμβολαιογράφου, προκειμένου να καταρτισθεί συμβολαιογραφική πράξη λύσης του γάμου, η οποία επί της ουσίας επικυρώνει τη συμφωνία των συζύγων ως προς τη λύση του γάμου τους και ως προς τη ρύθμιση των ζητημάτων αναφορικά με τυχόν ανήλικα τέκνα τους. Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον έχουν εφοδιαστεί προς τούτο με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, εντός μηνός από την υπογραφή της πράξης.
  4. Εάν ο γάμος των συζύγων ήταν θρησκευτικός, τότε ένας εκ των συζύγων υποβάλει αίτηση, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ζητώντας την έκδοση εισαγγελικής παραγγελίας για την πνευματική λύση του γάμου. Η παραγγελία και το αντίγραφο της καταρτισθείσας συμβολαιογραφικής πράξης λύσης συνυποβάλλονται, εν συνεχεία, στην Ιερά Μητρόπολη στην οποία ανήκει ο ιερός ναός όπου τελέστηκε ο γάμος. Τέλος, προσκομίζονται τα ως άνω και στο Ληξιαρχείο, στο οποίο δηλώθηκε η τέλεση του γάμου, προκειμένου να δηλωθεί, πλέον, η λύση αυτού.

Τα μόνα έγγραφα που χρειάζονται είναι η ληξιαρχική πράξη γάμου, ένα πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και αντίγραφα των δελτίων ταυτότητας των δύο συζύγων.

Πολλοί ιδιοκτήτες ακινήτων έχουν την πεποίθηση ότι η ακίνητη περιουσία τους έχει δηλωθεί σωστά στο Κτηματολόγιο, αλλά πολλές φορές, σε περίπτωση που θέλουν να προβούν σε κάποια ενέργεια σχετικά με το ακίνητό τους (αγοραπωλησία, μίσθωση, τακτοποίηση κλπ), ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν λάθη.

Τα λάθη αυτά μπορεί να είναι απλά, όπως κάποια λάθη στο ονοματεπώνυμο και τα λοιπά στοιχεία των δικαιούχων, στην οδό, στον όροφο του ακινήτου, στους τίτλους και στην αιτία κτήσης τους, ή κάποια πιο σύνθετα, όπως στο δικαίωμα κυριότητας (στο ακίνητο φαίνεται ως κύριος άλλος ιδιοκτήτης ή εμφανίζεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη) και στην αποτύπωσή του στο χώρο (λάθος εμβαδόν, όρια, θέση του ακινήτου).

Τα λάθη στις εγγραφές του Κτηματολογίου, ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να διορθωθούν είτε με διαδικασία ενώπιον του Προϊσταμένου του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου ή με προσφυγή στα Δικαστήρια, ακολουθώντας την προσήκουσα διαδικασία.

Αν το λάθος αφορά την αποτύπωση του ακινήτου στο χώρου, τότε χρειάζεται η συνδρομή τοπογράφου μηχανικού, ώστε να μπορέσει να αποτυπωθεί ορθά.

Ναι, μπορείτε να δηλώσετε εκπρόθεσμα τα ακίνητά σας σε αυτή την περίπτωση μέχρι να πραγματοποιηθεί η τελική ανάρτηση. Αν δεν το πράξετε, τότε το κόστος για να διορθωθούν τα επικείμενα λάθη θα είναι πολλαπλάσιο μετά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται ανωτέρω.

Κατά την αγορά ενός ακινήτου θα πρέπει οπωσδήποτε να δώσετε την εντολή σε έναν δικηγόρο να κάνει τον νομικό έλεγχο του ακινήτου. Να ελέγξει δηλαδή αν υπάρχουν τυχόν βάρη (υποθήκες, κατασχέσεις), αν υπάρχουν διεκδικήσεις στο ακίνητο από τρίτους, ποιοι έχουν την κυριότητα του ακινήτου και αν την απέκτησαν νόμιμα με σωστή σειρά μεταβιβάσεων και αν υπάρχουν λάθη στα κτηματολογικά στοιχεία του ακινήτου. Εκτός αυτών θα πρέπει να γίνουν και έλεγχοι και από άλλους επαγγελματίες, όπως μηχανικό.

Ο νομικός έλεγχος είναι απαραίτητος γιατί αν δεν γίνει ή δεν γίνει σωστά μπορεί να σας στοιχίσει πολλαπλάσια έξοδα στο μέλλον.

Η διάρκεια της μίσθωσης ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για τρία (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για μικρότερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Τα μέρη, βέβαια, δύνανται να ορίσουν βραχύτερο χρονικό διάστημα (πχ. ένα ή δύο έτη), όμως, εκ του νόμου, πριν την παρέλευση της τριετίας δεν μπορεί ούτε ο εκμισθωτής να απαιτήσει από το μισθωτή να εγκαταλείψει το μίσθιο, ούτε ο μισθωτής να φύγει αζημίως από το μίσθιο, αφού θα υποχρεούται να αποπληρώσει όσα μισθώματα απομένουν μέχρι τη λήξη της τριετούς διάρκειας. Στην πράξη, λοιπόν, αν υπάρχει κάποιος σπουδαίος λόγος τα δύο μέρη μπορούν να συμφωνήσουν να λύσουν νωρίτερα τη σύμβαση.

  1. Ο μισθωτής δεν καταβάλλει ολόκληρο, ή μέρος αυτού, το μίσθωμα που οφείλει και στο χρόνο που οφείλει να το πράξει. Ο εκμισθωτής οφείλει αρχικά να στείλει εξώδικη προειδοποίηση προς τον μισθωτή, δίνοντάς του μια προθεσμία να τακτοποιήσει τις οφειλές του. Αν ο μισθωτής δεν συμμορφωθεί, ο εκμισθωτής μπορεί να προχωρήσει στη διαδικασία έκδοσης διαταγής απόδοσης της κατοικίας και των οφειλόμενων μισθωμάτων, αλλά και λοιπών οφειλών του μισθωτή ή εναλλακτικά στην κατάθεση αγωγής εξώσεως.
  2. Ο μισθωτής προβαίνει σε κακή χρήση του μισθίου ή σε χρήση αντίθετη από εκείνη που συμφωνήθηκε ή διατηρεί μη πρέπουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους. Σε αυτήν την περίπτωση ακολουθείται επίσης η ανωτέρω διαδικασία.

 

Εντούτοις, δε θα μπορούσε να μην αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαίωμα κάθε συμβαλλόμενου μέρους να προβεί σε λύση της μίσθωσης με καταγγελία, σε χρόνο προγενέστερο του συμφωνηθέντος και άλλοτε, όταν βρεθεί ενώπιον γεγονότων τα οποία δεν έχουν ρητά προβλεφθεί. Όμως, ακριβώς επειδή υφίσταται η εκ του νόμου πληθώρα ειδικών λόγων καταγγελίας, τα άλλα αυτά γεγονότα θα πρέπει να αποτελούν λόγους σπουδαίους, να είναι σαφώς διαφορετικά και να προσδιορίζονται πολύ συγκεκριμένα.

  1. Δεν του παραδόθηκε στον συμφωνηθέντα χρόνο, ανεμπόδιστα και ακώλυτα η χρήση του μισθίου, είτε όταν η συμφωνημένη χρήση του αφαιρέθηκε στη συνέχεια. Πριν την καταγγελία, ο μισθωτής οφείλει να τάξει εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή, ώστε να επέλθει η κανονικότητα των όρων της σύμβασης, εκτός αν εξαιτίας του προβλήματος δεν έχει πια συμφέρον διατήρησης της μίσθωσης.
  2. Στο μίσθιο υπάρχουν πραγματικά ελαττώματα (π.χ. απουσία περίφραξης, ενόχληση προερχόμενη από γειτονικό ακίνητο και συγκεκριμένα από ζώο γειτονικού ακινήτου) ή νομικά ελαττώματα (ενοχικά ή εμπράγματα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο που επενεργούν αρνητικά στην συμφωνημένη χρήση του) ή όταν εκλείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, εκτός αν γι’ αυτά είχε λάβει γνώση ο μισθωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης και τα αποδέχτηκε ή εάν η ύπαρξή τους δεν οφείλεται σε πταίσμα του εκμισθωτή. Πριν την καταγγελία, ο μισθωτής οφείλει να ενημερώσει τον εκμισθωτή για τη μεταγενέστερη εμφάνιση των ανωτέρω ελαττωμάτων, άλλως θα ενέχεται απέναντί του σε υποχρέωση αποζημίωσης.
  3. Από τη μίσθωση απειλείται κίνδυνος για την υγεία του μισθωτή και όσων συνοικούν μαζί του, ακόμη και εάν γνώριζε την ύπαρξη των επικίνδυνων αυτών συνθηκών (π.χ. εμφάνιση υγρασίας και μούχλας στην οροφή του μισθίου προερχόμενη από την ταράτσα της πολυκατοικίας). Η καταγγελία γίνεται αμέσως, χωρίς να χρειάζεται να ταχθεί προηγουμένως προθεσμία στον εκμισθωτή.

 

Εντούτοις, δε θα μπορούσε να μην αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαίωμα κάθε συμβαλλόμενου μέρους να προβεί σε λύση της μίσθωσης με καταγγελία, σε χρόνο προγενέστερο του συμφωνηθέντος και άλλοτε, όταν βρεθεί ενώπιον γεγονότων τα οποία δεν έχουν ρητά προβλεφθεί. Όμως, ακριβώς επειδή υφίσταται η εκ του νόμου πληθώρα ειδικών λόγων καταγγελίας, τα άλλα αυτά γεγονότα θα πρέπει να αποτελούν λόγους σπουδαίους, να είναι σαφώς διαφορετικά και να προσδιορίζονται πολύ συγκεκριμένα.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

    Skip to content